Ο Θανάσης Βαλτινός θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί η λογοτεχνική συνείδηση της Ελλάδας του 20ου αιώνα , γιατί διέτρεξε λογοτεχνικά το διάστημα από την αρχή του μέχρι το τέλος του αιώνα με σπάνια ποικιλία ύφους , καθιερώνοντας νέες μεθόδους τρόπων και ύφους , συμβάλλοντας στην ανανέωση της φόρμας στο μυθιστόρημα και το διήγημα και εν τέλει βρήκε μιμητές του ύφους του και των τρόπων σε αρκετούς ομότεχνούς του. Η θεματολογία του επικεντρώνεται στην κατοχή και τον εμφύλιο και τις επιπτώσεις τους στην ελληνική κοινωνία και φτάνει μέχρι την κρίσιμη δεκαετία του 1960 . Επίσης αποτυπώνει το ελληνικό τοπίο , φυσικό και ανθρωπολογικό , με σπάνια διορατικότητα και βάθος , ενώ η αναζήτηση αυτή γίνεται χωρίς καμιά παραχώρηση στην ευκολία και την εμπορικότητα . Η γλώσσα παραμένει το εργαλείο του προικισμένου συγγραφέα , μια γλώσσα , που αλλάζει από βιβλίο σε βιβλίο ,άλλοτε σαν λιανισμένο τσεκούρι της υπαίθρου , άλλοτε σαν δημοσιογραφική φυλλάδα, ακόμη και σαν διαφημιστική μπροσούρα ή τέλος σαν μια καλλιεπής , ακονισμένη καθομιλουμένη. Ο Θανάσης Βαλτινός δεν κλείνει πονηρά το μάτι στον αναγνώστη για να του δώσει αυτό που επιζητά ,αλλά τον ξεβολεύει για να του υποδείξει την ακέραια λογοτεχνική μέθεξη , να τον τραντάξει και να τον δονήσει , να νιώσει τον σωματικό βασανισμό που πλάκωσε και τον ίδιο , για να μοιραστεί αισθήματα βαθιά . Ο ίδιος δεν έκανε καμιά παραχώρηση ευκολίας στην τέχνη του , ίσως γι΄ αυτό τα βιβλία του παρέμειναν βιβλία αναφοράς , στα οποία συχνά επανερχόμαστε και για το λόγο αυτό γνωρίζουν επανεκδόσεις , όσο κι αν δεν συνάντησαν στην πορεία τους το κοινό των μπέστ σέλλερ . Με τον Θανάση Βαλτινό συζητήσαμε κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Δράμα , όπου σε ένα σύντομο σεμινάριο για την δημιουργική γραφή εξέθεσε εν συντομία την πολύτιμη πείρα του στους συμμετέχοντες , που ήθελαν να γράψουν. Ξεκινήσαμε την κουβέντα με το θέμα της ιστορίας και πόσο οργανικά ενσωματώνεται αυτή στην λογοτεχνία του .
Κ.Χ : H διαχείριση της ιστορίας στα βιβλία σου είναι για μένα ένα μάθημα και με ενδιαφέρει πολύ πως καταφέρνεις να κάνεις την ιστορία κομμάτι της ζωής των ηρώων σου .
Θ.Β : Πιστεύω πως στην λογοτεχνία χρειάζεται ένα πλαίσιο στέρεο , πραγματικό και αυτό όχι για να το περιγράψεις και να μείνεις στα στενά του όρια ,αλλά για να το ξεπεράσεις . Και αυτό το χρησιμοποιείς σαν ένα στοιχείο αναγνωρίσιμο- οικείο . Προσωπικά χρησιμοποίησα τον εμφύλιο στην Κάθοδο των εννιά ( που εν τέλει πρόκειται για μια ερωτική ιστορία ) .Οσο κι αν μέσα στα άγχη και τις αγωνίες της ομάδας τα δικά μου αδιέξοδα και προβλήματα περιγράφω . Πάντα όμως το ιστορικό πλαίσιο πρέπει να δεθεί σφιχτά αφηγημένο με τα γεγονότα και ο απώτερος σκοπός αυτού του δεσίματος είναι να λειτουργήσει με τρόπο που θα δώσει άλλη ανάσα στην χθαμαλότητα της πραγματικότητας . Να μην διαβαστεί σαν χρονικό .
Κ.Χ : Γράφοντας ένα ιστορικό μυθιστόρημα αρκετοί μεγαλορρημονούν ή θα ρητορεύσουν , ώστε το ιστορικό γεγονός να μοιάζει ψεύτικο .
Θ.Β : Είναι θέμα ικανότητας , έτσι ώστε να φαίνεται ότι είναι μια ιστορία που περνά από το πετσί των ηρώων σου . Πρέπει να αποφύγεις την ρητορεία και τον χαρακτήρα του απομνημονεύματος , την προσπάθεια του καθενός να δικαιωθεί μέσα από την ιστορία που ξετυλίγεται και τέλος να αποσυνδεθείς , να αρθείς πέρα από τις ιδεολογικές δουλείες .
Κ.Χ : Μετά την κάθοδο των εννιά και την συνεπή πορεία ενός αριστερού στα ελληνικά γράμματα έρχεται η Ορθοκωστά . Τι είναι τελικά η Ορθοκωστά , μια θέληση για ρήξη ή μια προσπάθεια δικαίωσης και του άλλου κόσμου , που είχε τα θύματά του επίσης ;
Θ.Β : Θέληση για ρήξη ενδεχομένως και αντίδραση στην αγιοποίηση της μιας πλευράς και καταδίκη στην γέεννα του πυρρός της άλλης . Στην Ορθοκωστά λέγονται τα πιο σκληρά πράγματα για τους ταγματασφαλίτες , όπως στην κάθοδο των εννιά για τους αριστερούς . Το βιβλίο δεν είναι απολογητικό για την δράση των ταγμάτων ασφαλείας κι είναι κουτό να διαβάζεται μόνο έτσι , απλώς οι Ελασίτες δεν είναι πια οι αρχάγγελοι της κάθαρσης , σφάζουν και εκείνοι . Το υλικό που άντλησα βασίζεται , πέρα από τις προσωπικές μνήμες και εμπειρίες και σε μια τεράστια βιβλιογραφική έρευνα , όπως και την συλλογή ποικίλλων άλλων στοιχείων .
Κ.Χ : Και είναι γραμμένη με την εντελώς αυθεντική γλώσσα των λαϊκών ανθρώπων , που βίωσαν τα συμβάντα .Σαν να μην έχει ακουμπήσει χέρι συγγραφέα την γλώσσα , σαν ντοκουμέντο .
Θ.Β : Πολλοί μπερδεύτηκαν και μίλησαν για απομαγνητοφώνηση .Βέβαια έχω χρησιμοποιήσει προφορικές μαρτυρίες για το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη (δεύτερο μέρος ) για πράγματα που δεν έζησα . Δεν πιστεύω στον μύθο του προφορικού λόγου , δεν υπάρχει προφορικός λόγος που να μπορεί να λειτουργήσει σαν γραπτός λόγος . Ο γραπτός λόγος είναι επιμελημένος λόγος , σμιλεμένος . Για να μπορεί να φαίνεται και να λειτουργεί σαν προφορικός λόγος , για να έχει την δύναμη και την αμεσότητα του προφορικού λόγου πρέπει να έχει δουλευτεί . Ο προφορικός λόγος συγκινεί , γιατί πηγάζει από το πρόσωπο που έχεις απέναντί σου , είναι άμεσος , συνδυάζεται με εκφράσεις και δεν σε ενδιαφέρουν οι ασάφειες , οι ασυνέχειες , αλλά το πόσο μέσα στην αφήγησή του είναι ο ομιλητής .
Κ.Χ : Συνεχίζεται ακόμη η συζήτηση για το ιδεολογικό υπόβαθρο της Ορθοκωστάς.
Θ.Β : Ναι , έχει αρχίσει ένα άλλος κύκλος με τους ιστορικούς , κυρίως της αριστεράς ( όπως τον Γ. Μαργαρίτη και τον Αγ. Ελεφάντη , αυτοί εκφράζουν αυτή την στάση) να υπεραμύνονται την αγιοσύνη αυτής της εποχής . Κυρίως θέλουν να μην απαξιωθούν οι άνθρωποι που πολέμησαν τότε . Αυτό δεν με βρίσκει αντίθετο , είναι αυτονόητο . Αντίθετο με βρίσκει η απαξίωση των άλλων και η κατασυκοφάντησή τους για να καλυφθούν ευθύνες. Εξ άλλου η λευκή βία δεν κατέβηκε από τον ουρανό απάντησε σε μια άλλη βία , που προηγήθηκε . Το ΕΑΜ άσκησε βία , για να μην πω τρομοκράτησε μεγάλο μέρος του πληθυσμού , δεν είχε την αποδοχή , που χρόνια πιστεύαμε πως είχε . Δεν προκάλεσε τον εμφύλιο η εγγλέζικη παρέμβαση , δεν στρατολόγησαν τους παρακρατικούς οι Εγγλέζοι μοιράζοντας λίρες (μια λίρα το μήνα , έτσι ακριβώς τόσο φαιδρά υποστηρίζει μια ιστορικός , όταν την ίδια εποχή το τεχνικό μεροκάματα ήταν μια και μισή ή δυο λίρες) . Δεν ωφελεί κανέναν να αποσιωπώνται οι ευθύνες του ΕΑΜ . Πρέπει να δούμε επιτέλους την ιστορία ψύχραιμα , χωρίς μοχθηρία .
Κ.Χ : Η σφοδρότητα του εμφυλίου έφερε το σκληρό μετεμφυλιακό κράτος , στο οποίο διώχθηκαν οι αριστεροί.
Θ.Β : Ένα κράτος φοβικό ,όπως το Ελληνικό βγαίνει από μια τεράστια περιπέτεια και πρέπει να αμυνθεί . Στην προσπάθειά του αυτή συναντά την επιθυμία του Κ.Κ.Ε να συντηρήσει τον παράνομο μηχανισμό του . Στέλνει τον Μπελογιάννη να οργανώσει τι ; Ε, τότε για αυτό το κράτος , που δεν πατά στα πόδια του και δεν ξέρει ποιο είναι το μέλλον του , προβάλει ως μόνη λύση η εξόντωση των αντιπάλων του , γνωστά πράγματα πια αυτά μέσα στο επίσης γνωστό κλίμα του ψυχρού πολέμου .
Κ.Χ : Μπορεί να καίει ακόμη τον μέσο Ελληνα το θέμα του εμφυλίου;
Θ.Β : Αυτό να το δούμε σε συνάρτηση με το κατορθωμένο σώμα της λογοτεχνίας , με την γλώσσα και κυρίως με το πόσο ένα θέμα ξεπερνά το συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο και το φορτίζει με άλλα στοιχεία , που μπορεί εσαεί να γοητεύουν .
Κ.Χ : Εκτός από το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου , ποιο έργο για τον εμφύλιο σας αρέσει ;
Θ.Β : Δεν θα έλεγα κανένα . Το Κιβώτιο είναι τολμηρό έργο ,αλλά απηχεί σε φόρμα άλλα πράγματα , δεν κατάφερε να αποκολληθεί από τα πρότυπά του .Το πρόβλημα είναι πόσο ξεπερνάς την επικαιρικότητα της εποχής .
Κ.Χ : Σας έχει απασχολήσει και το θέα της μετανάστευσης , ίσως για πρώτη φορά στην λογοτεχνία στα Στοιχεία για την δεκαετία του 1960 .
Θ.Β : Έζησα προσωπικά την μετανάστευση στα χρόνια του ΄50 , όπου ανεπάγγελτος , χωρίς προοπτικές είχα σκεφθεί να μεταναστεύσω στην Αυστραλία . Τα χωριά της Αρκαδίας ερήμωσαν , από τους εκατό νέους οι ογδόντα έφυγαν έξω . Το μεγάλο σοκ ωστόσο ήταν όταν οι μετανάστες της προπολεμικής , που γύριζαν ερείπια επιζητούσαν να νυμφευθούν μικρούλες για να αφήσουν απογόνους . Και το πετύχαιναν συχνά λόγω της ανέχειας . Ετσι ξεκίνησα τον Κορδοπάτη .
Κ.Χ : Που συγκρίθηκε με την Ιστορία ενός αιχμαλώτου του Στρατή Δούκα.
Θ.Β : Είναι μια εντελώς παρανοημένη άποψη για το τι σημαίνει προφορικός λόγος .
Κ.Χ : Όσο περνά ο καιρός και η παραγωγή σας αυξάνει παρατηρώ ότι εντείνεται η κινηματογραφική ματιά στα κείμενα .
Θ.Β : Η λογοτεχνία έχει αντλήσει από τον κινηματογράφο , είναι μια άλλη γλώσσα η γλώσσα του κινηματογράφου και την ξέρω .
Κ.Χ : Ναι , παρέμεινε διάσημη η συνεργασία σας με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Σε πόσες ταινίες ;
Θ.Β : Από την Αναπαράσταση και τις Μέρες του 36 έως το Ταξίδι στα Κύθηρα , το Μετέωρο βήμα του Πελαργού , το Τοπίο στην ομίχλη , το Βλέμμα του Οδυσσέα . Στο τέλος τσακωθήκαμε βέβαια , φτάσαμε στα Δικαστήρια . Θλιβερή κατάληξη .
Κ.Χ : Σταματάτε στην εποχή της δεκαετίας του 60 . Η μεταπολιτευτική Ελλάδα δεν σας έχει απασχολήσει ακόμη .
Θ. Β : Κουβαλώ μέσα μου διάφορες εποχές και ασχολούμαι με αυτά που με έχουν θρέψει επιλέγοντας το αντικείμενο της δικής μου ευαισθησίας . Ασχολούμαι τώρα με δύο βιβλία που αναφέρονται κατά κάποιο τρόπο στο σήμερα . Κάθε συγγραφέα το σήμερα τον απασχολεί έτσι κι αλλιώς . Οι ήρωές τους των δεκαετιών του 50 και του 60 κουβαλούν το βαρύ παρελθόν εκείνων των δεκαετιών στην πλάτη τους .
Κ.Χ : Διαβάζοντάς σας , έχω την εντύπωση ότι αφαιρείτε , πετάτε πολλά . Δεν το κάνουν εύκολα οι Έλληνες συγγραφείς .
Θ.Β : Ναι , πετάω .
Κ.Χ : Και δεν κάνετε καμιά παραχώρηση στον αναγνώστη . Ακόμη και στο διήγημα τον δυσκολεύεις .
Θ.Β : Ναι , δεν χαϊδεύω τον αναγνώστη , δεν με ενδιαφέρει να τον κολακέψω . Η σχέση με την λογοτεχνία είναι σχέση μοιραία ή μάλλον πολύ σοβαρή υπόθεση . Και όπως μου έλεγε κάποτε ο Δημήτρης Κεχαίδης «αναρωτήθηκαν όλοι αυτοί , που βγαίνουν και μιλάνε για μένα τι έχω στερηθεί , αν πεθαίνω κάθε ημέρα , τι φορτίο κουβαλώ , πόσο μου κόστισαν οι επιλογές μου» . Λοιπόν πώς να κολακέψεις τον αναγνώστη σου , όταν για να δημιουργήσεις έχεις παίξει ρώσικη ρουλέτα με την ζωή σου.
Κ.Χ : Και βεβαίως στην δική σας περίπτωση ο χρόνος δικαίωσε τις επιλογές της ζωής σας .
Θ.Β : Απλώς μου βγήκε η πασιέντζα.
K.X : Ξέρατε από νωρίς ότι θα σας βγει η πασιέντζα , ξέρατε ότι θα πετύχετε ;
Θ.Β : Ποτέ δεν μπορείς να το ξέρεις . Ούτε ακόμη το ξέρω.
Κ.Χ : Ούτε είχατε την κρυφή πεποίθηση πως θα πετύχετε ;
Θ.Β : Η μόνη πεποίθηση είναι ότι αυτό το πράγμα σε αφορά και θα το παλέψεις . Ο συγγραφέας δεν έχει ποτέ αυτοπεποίθηση . Ο δρόμος είναι γλιστερός και γεμάτος παρανοήσεις . Θέλω να γράψω ,αλλά με θέλει το γράψιμο ; Υπάρχει ένα αξιολύπητο προλεταριάτο της γραφής , που δηλητηριάζεται και δηλητηριάζει και τους ανθρώπους τους .
Κ.Χ : Μήπως κάποιος από αυτούς με την πολλή δουλειά καταφέρει να ξεχωρίσει , να γράψει καλά ;
Θ.Β : Όχι , αποκλείεται , ο καθένας από αυτούς ξέρει ότι δεν μπορεί και εάν δεν μπορεί να το ξέρει τότε ανήκει στους ανθρώπους , που δυστυχούν .
Κ.Χ : Όταν δεν σας βγαίνει κάτι το παρατάτε και πηγαίνετε παρακάτω .
Θ.Β : Υπάρχει μια μακριά επώαση και πάντα γράφω αυτό που θέλω .
Κ.Χ : Υπάρχουν διαστήματα μεγάλων σιωπών στην παραγωγή σας.
Θ.Β : Ποτέ δεν με απομάκρυνε η βιοπάλη από το γράψιμο , αν και η καθημερινότητα δημιουργεί άγχη , ιδίως όταν έχεις να λύσεις προβλήματα επιβίωσης . Ύστερα η αναζήτηση σε εμένα κρατά ολόκληρα χρόνια .
Κ.Χ : Πάντως δεν είχατε σαν στόχο τη νεωτερικότητα , δεν θέλατε να εντυπωσιάσετε με την φόρμα ;
Θ.Β : Ποτέ δεν είχα στόχο να κυνηγήσω την πρωτοτυπία , είναι μια μεγάλη παγίδα.
Κ.Χ : Σήμερα όμως κάποιοι εκθειάζουν την κενή φόρμα εις βάρος της συγκίνησης , που μπορεί να προσφέρει το κείμενο .
Θ.Β : Ο αναγνώστης εάν δεν δονηθεί από το κείμενο το παρατάει , δεν επικοινωνεί μαζί του , απορρίπτει το βιβλίο , μπορεί να παρατήσει και την λογοτεχνία . Πρόσφατα άκουσα τούτο «Πόσοι λογοτέχνες θα τολμούσαν σήμερα να γράψουν εάν ζούσαν ακόμα ο Γ.Π. Σαββίδης και ο Αλέξανδρος Κοτζιάς ;» , σωστή παρατήρηση.
Κ.Χ : Ναι και όλα αυτά που συστήνονται ως μοντέρνα ή μεταμοντέρνα κείμενα το μόνο που κάνουν είναι να προκαλούν πλήξη και χασμουρητά στους αναγνώστες .
Θ.Β : Και ο μοντερνισμός και ο μεταμοντερνισμός δεν ορίζονται από εξωτερικά στοιχεία , έχουν ένα εσωτερικό περιεχόμενο . Πράγματα που είναι φοβερά μπαγιάτικα και μυρίζουν από μακριά , πολλοί τα εκλαμβάνουν ως καινούρια .
Κ.Χ : Όσο περνά ο καιρός επιστρέφετε περισσότερο στην Αρκαδία ;
Θ.Β : Πάντα επέστρεφα , δεν έχω αποκοπεί ποτέ ,αν και έφυγα οκτώ χρονών, κράτησα εκεί τα εκλογικά μου δικαιώματα .
Κ.Χ : Και συμβάλλατε στην σχετική λογοτεχνική μυθοποίηση της Αρκαδίας .
Θ.Β : Ναι , δεν θέλει και πολύ , αν γραφούν δύο τρία κείμενα ……
Κ.Χ : Κι όμως ζείτε στην Αθήνα τόσα χρόνια .
Θ.Β : Μόνο στην Αθήνα μπορώ να δουλέψω , η ελληνική ύπαιθρος είναι πολύ ειδυλλιακή , πολύ τέλεια , δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα άλλο.
Κ.Χ : Όμως το Λεκανοπέδιο δεν πέρασε στην λογοτεχνία σας .
Θ.Β : Σαν αστικό τοπίο δεν μ’ ενδιαφέρει , ούτε μπορώ να εντάξω σ’ αυτό το θεματολογικό μου υλικό .
Κ.Χ : Όταν γράφετε αυτά τα «σκληρά» κείμενα , τα οποία δονούν τον αναγνώστη σωματοποιείτε ή καλλίτερα σας προξενούν ψυχοσωματικά κατά την διάρκεια της γραφής τους .
Θ.Β : Οι αϋπνίες με συνοδεύουν πάντα . Όταν γράφω έχω μια κινητικότητα , θέλω να περπατάω και να περπατάω πολύ , θα μου πείτε πως γίνεται αυτό; Γίνεται .
Κ.Χ : Αρνηθήκατε όμως να καθηλωθείτε σ’ έναν βιοπορισμό , που θα σας απέδιδε , μείνατε συγγραφέας σαν κύριο επάγγελμα.
Θ.Β : Ναι , αρνήθηκα να γίνω σκλάβος του ωραρίου ,αλλά το πλήρωσα . Εζησα πάρα πολύ ασκητικά . Δεν παντρεύτηκα , δεν ήθελα να επωμισθώ τις υποχρεώσεις ενός σπιτιού .
Κ.Χ : Και πάντα τα βιβλία σας είναι προσεγμένα από τυποτεχνική εμφάνιση .
Θ.Β : Ναι , μέχρι και την Ωκεανίδα , όπου εκεί ήταν πιο εμπορική η εμφάνιση ,αλλά και η γειτνίαση στον ίδιο κατάλογο με άλλους εμπορικούς , ας τους πούμε , συγγραφείς . Πάντως πιστεύω πως το περιεχόμενο πρέπει να συμβαδίζει με την ποιότητα στην εκτύπωση και την εμφάνιση .
Κ.Χ : Ανοίξατε ένα νέο τρόπο για το ελληνικό μυθιστόρημα , με αρθρωτό , σπονδυλωτό τρόπο , με την παράθεση μαρτυριών και άλλων στοιχείων . Υπήρξαν έκτοτε μιμητές .
Θ.Β : Ναι , υπάρχουν κάποιοι , που το παραδέχονται και κάποιοι όχι . Κάποιοι άλλοι μάλιστα καμώνονται πως ανακάλυψαν την πυρίτιδα . Συγγνωστά πράγματα .
Κοσμάς.I. Χαρπαντίδης




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου